Σάπες: ο τόπος μας

Μέρος Β'

   Μια δύσκολη δουλειά. Αυτό το θέμα είναι αφιερωμένο στους νέους, που ίσως δε γνωρίζουν πολλά πράγματα για τη ζωή των παππούδων τους κι ακόμη πιο παλιά. Πόσο διαφορετικές ήταν οι συνθήκες της καθημερινότητας, πόσος μόχθος και ιδρώτας χρειαζόταν για να γίνουν πράγματα που σήμερα χρειάζονται λίγες ώρες. Μια από αυτές τις ενασχολήσεις ήταν και η γεωργία.

  Το όργωμα, η σπορά, ο καθαρισμός των ζιζανίων, ο θερισμός, το άλεσμα στο μύλο,  ήταν η συνήθης διαδικασία μέχρι ο αγρότης να απολαύσει στην καθημερινότητά του τα αγαθά των κόπων του!  Και οι περισσότερες εργασίες γινόταν με τα χέρια και κάποιες και με τη βοήθεια μηχανών!


Σάπες 11 Αυγούστου 1955: Μια από τις πιο χαρακτηριστικές φωτογραφίες της συλλογής μου. Βρισκόμαστε στα 1955. Ακόμη το όργωμα των χωραφιών γίνεται με τα ζώα και τα άροτρα. Ένα ζευγάρι από βόδια σέρνουν το άροτρο, το οποίο κρατάει ο γεωργός και ταυτόχρονα το πιέζει βαθειά στη σκληρή και στεγνή γη (βλέπετε είναι ακόμη Αυγουστος). Ο άνθρωπος διπλά, που είναι ο Κιμπάρ Ιμπράμ, κρατάει ένα μακρύ ξύλο για να κεντρίζει τα ζώα και να τα καθοδηγεί προς τα εκεί που επιθυμούν. Με αυτόν τον τρόπο γινόταν το όργωμα και μπορείτε να φανταστείτε τί κόπος και τί χρόνος χρειαζόταν για να οργωθεί το χωράφι. Στο βάθος βλέπετε τα άλλα χωράφια που είναι ήδη θερισμένα. Για το θέρισμα δέστε την παρακάτω φωτογραφία. (αρχείο φωτογραφίας Κιμπάρ Ιμπράμ).

 Ο γεωργός, από το Φθινόπωρο, με τις πρώτες βροχές με το αλέτρι και τα υπομονετικά ζώα του πρώτα θα όργωνε το χωράφι. Κουραστική διαδικασία. Ξεκινούσαν πριν ξημερώσει για το χωράφι και γυρνούσαν το σούρουπο στο σπίτι! Την άλλη μέρα πάλι το ίδιο, μέχρι να γίνουν όλα τα οργώματα!  

  Στη συνέχεια ήταν η σπορά. Θα έπρεπε να σπαρθεί όλο το χωράφι με τα χέρια. Μέσα σε ένα σάκο, όπου βρισκόταν ο σπόρος, περπατούσε γραμμή γραμμή και τον σκορπούσε στον αέρα, όσο πιο καλά μπορούσε για να πάει παντού! Ήταν από τις πιο εύκολες δουλειές! Ακολουθούσε το σβάρνισμα. Έπρεπε τώρα ο σπόρος να σκεπαστεί με το χώμα για να είναι σε θέση να βλαστήσει!  Κάπου εδώ τελείωναν οι αγροτικές δουλειές, καθώς είχαν αρχίσει οι χειμωνιάτικες ημέρες. Ερχόταν τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά. Οι καλύτερες μέρες για έναν αγρότη.

  Η καινούρια χρονιά αρχίζει. Τις βροχές, τα κρύα και τα χιόνια, τα φοβούνται μήπως και παγώσουν τα σποράκια που ήδη έχουν βλαστήσει και πρασινίζουν όλο και περισσότερο το χωράφι!  Μαζί όμως μεγαλώνουν και τα ζιζάνια, τα κακά εκείνα χορταρικά που φυτρώνουν ανάμεσα στο σποράκια και τα ενοχλούν στην ανάπτυξή τους. Θα πρέπει να τα ξεριζώσουν προτού μεγαλώσουν και αρχίσουν την καταστροφική τους δράση!  Εργαλείο τους η τσάπα. Περπατούν ξανά τα χωράφια από τη μια άκρη στην άλλη ξεριζώνοντας κάθε ενοχλητικό ζιζάνιο! Τώρα ήταν ευκολότερο να αναπτυχθούν τα νέα φυτά. Σήμερα τα ζιζάνια τα καταπολεμούν με φάρμακα και ραντίσματα.

  Και περνούσαν οι μέρες. Τα φυτά έδωσαν τα στάχυα που σιγά σιγά μεταμορφωνόταν σε καρπό και από το βάρος άρχισαν να γέρνουν. Ένας απέραντος ωκεανός κιτρίνιζε για να δώσει στο γεωργό τον πολύτιμο χρυσό θησαυρό!  


Στα παλιότερα χρόνια ο θερισμός των σιτηρών γινόταν με τα χέρια και κρατούσε πολλές ημέρες. Εργαλείο του θεριστή ήταν το δρεπάνι. Μέσα στο λιοπύρι με μια μαντήλα στο κεφάλι όλη τη μέρα σκυμένοι έκοβαν τα στάχια. Η φωτογραφία είναι από τον "Πρότυπο Κρατικό Κτήμα Σαπών και οι θεριστές δούλευαν εκεί. Αναγνωρίζω το Μιχάλη και την κόρη του Χαρίκλεια Γιουφτσιάδη και την Κεραμάρη. Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του Α. Χαρισιάδη.


  Το καλοκαίρι έφτασε και οι μέρες έχουν γίνει πολύ ζεστές! Ήρθε η ώρα του θερισμού! Πρωί πρωί, πριν βγει ο ήλιος, όλη η οικογένεια στο πόδι. Με τα ζώα να τραβούν το κάρο σε λίγη ώρα ήταν εκεί και άρχιζε μία από τις πιο δύσκολες δουλειές. Με το δρεπάνι έκοβαν από τη βάση τους τα στάχια, τα έδεναν σε δεμάτια και τα στίβιαζαν.  Τώρα φοβόταν μη και βρέξει!  Οι βροχές δεν ήταν τώρα χρειαζούμενες. Όταν τελείωναν το θερισμό, έπρεπε όλα αυτά να μεταφερθούν στα αλώνια. Κάθε χωριό είχε τα δικά του αλώνια. Εκεί βρισκόταν η πατόζα!  Θα έπρεπε μέσα στο καθορισμένο χρονικό διάστημα να μεταφέρουν όλοι οι γεωργοί του χωριού τα δεμάτια. Αυτά τα τοποθετούσαν σε μεγάλες θημωνιές, όπου και περίμεναν στη σειρά τους για το αλώνισμα.  Έπρεπε να γίνουν όλα στην ώρα τους, γιατί η πατόζα θα έφευγε σε άλλο χωριό να αλωνίσει κι εκεί.  Μια δουλειά που οι εργάτες της πατόζας δεν σταματούσαν όλο το 24ωρο το δύσκολο έργο τους. Το θόρυβο από το τρακτέρ και την πατόζα, τη ζέστη του καλοκαιριού με τη σκόνη που πλανιόταν διαρκώς στην ατμόσφαιρα, την αντιμετώπιζαν με τα ακουστικά στα αυτιά και ειδικά γυαλιά...  Μαντήλια σκέπαζαν τις μύτες των εργατών. ...


Γύρω στα 1954. Στα αλώνια των Σαπών, σε μια στιγμή ανάπαυλας ο φωτογράφος αποτυπώνει την εικόνα των εργαζόμενων στην πατόζα. Από τα πρόσωπα που αναγνωρίζω είναι ο Τάκης και Γιάννης Σεραφειμίδης, Γρηγοριάδης Χρήστος, Βαλασιάδης Θεόδωρος, Τραμπίδης Παναγιώτης και Θωμάς Πέτρογλου.


Οι καυτές ακτίνες του ήλιου ήταν ένα δύσκολο εμπόδιο, μα όλοι τους ήταν καλυμμένοι καλά. Καπέλο ή μαντήλα οι γυναίκες, μακρυμάνικα πουκάμισα και παντελόνια μακριά ήταν οι ασπίδες προστασίας. Στο τέλος, όλα αυτά τα δέματα, τα φόρτωναν στο κάρο και τα πήγαιναν στα αλώνια. Εκεί υπήρχε η πατόζα. Μια μεγάλη μηχανή, πάνω σε 4 ρόδες, που δούλευε με τη βοήθεια του τρακτέρ! Ένας μακρύς ιμάντας (λουρί) μετέφερε την κίνηση από τη μηχανή του τρακτέρ στους άξονες της πατόζας. Με ένα συνδυασμό άλλων τροχών που κι αυτοί συνδέονταν με άλλους ιμάντες, κινούνταν μεταδίδοντας την κίνηση σε όλο το μηχανισμό της πατόζας. Το καθένα εξάρτημα έκανε τη δική του δουλειά. Χρειαζόταν ένα πλήθος από εργάτες. Ένας ή δύο έβαζαν τα δεμάτια σε ένα μηχανισμό, ας πούμε κυλιόμενης σκάλας, που τα ανέβαζε επάνω στην πατόζα.

Μοναδική και σπάνια φωτογραφία από το βιβλίο του Χρήστου Τσιτσώνη. Αλώνια στις Σάπες. Έτος 1938 ή 39! Δίπλα, η γυναίκα περιμένει να τελειώσει η δουλειά, έτοιμη να βοηθήσει σε κάθε πρόσταγμα του κύρη της. Aν προσέξτε καλά το τρακτέρ είναι από εκείνα που έχουν σιδερένιες οδοντωτές ρόδες. Ένας μακρύς ιμάντας μεταδίδει την κίνηση στην πατόζα. Δίπλα το κάρο φορτώνεται με τα τσουβάλια σταριού.


Μετά την απελευθέρωση, ο Γεωργικός Συν/σμός Σαπών, για τις ανάγκες του, αγόρασε πατόζα. Mε την πατόζα αυτή αλώνιζαν όχι μόνο στα αλώνια των Σαπών, αλλά και των γύρω χωριών, όπως στο Χαμηλό, στη Συκορράχη, στην Αετοκορυφή και αλλού. Μέχρι και στην Καβύλη του Έβρου έφτανε. Εκεί δούλεψαν οι: Παν. Τραμπίδης, Αλ. Χαρισιάδης, Γιάννης και Θωμάς Πέτρογλου και πολλοί άλλοι. Στη φωτογραφία, που είναι από το 1952, το ερπυστριοφόρο τρακτέρ και η πατόζα του Γεωργικού Συνεταιρισμού Σαπών.


  Περίπου στα 1952 - Aλώνια Σαπών. Από το 1940 πατόζα είχαν τα αδέλφια Παναγιώτης και Δημήτρης Αγγελίδης. Η πατόζα δούλευε και κατά την περίοδο της κατοχής, αλλά κάτω από τον αυστηρό έλεγχο των Βουλγάρων, που έπαιρναν και το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής! Η φωτογραφία από το αρχείο του Α. Χαρισιάδη. Ο ίδιος δουλεύει και ως ζυγιστής!


1956 - Αλώνια Σαπών. Ο ζυγιστής Παν. Τραμπίδης, την ώρα που ζυγίζει τα τσουβάλια με το στάρι. Νεαροί εργάτες κουβαλούν τα βαριά τσουβάλια από την πατόζα στη ζυγαριά και μετά στον τόπο αποθήκευσης. Αναγνωρίζω στη φωτογραφία το Χρήστο Γρηγοριάδη και το Δημήτριο Μπεκιαρίδη (πάνω από το καπέλο του Π.Τραμπίδη). (Αρχείο: Παν. τραμπίδη).


Καλοκαίρι του 1953 στα αλώνια των Σαπών. Παλιές εποχές με σκληρή δουλειά κάτω από τον πυρωμένο ήλιο. Μέσα στη βοή από το τρακτέρ και από τα δεκάδες λουριά της πατόζας, μέσα στη σκόνη των σταχιών οι άνθρωποι δεν έχαναν τη διάθεση να απαθανατίσουν σε μια φωτογραφία τις λίγες ήσυχες στιγμές της διακοπής για να πάρουν το λιτό κολατσιό τους πάνω σε ένα τσουβάλι που ήταν καρέκλα και τραπέζι μαζί. Ήταν τότε η εποχή που οι πατεράδες μας αγωνίζονταν να σηκώσουν ψηλά τον τόπο τους. Να φτιάξουν τη ζωή τους λίγο καλύτερη... (Αρχείο: Αλέκου Χαρισιάδη).


Ενα βαρέλι με νερό! Πολύτιμο υλικό μέσα στο λιοπύρι! Βάλσαμο η δροσιά του λιγοστού νερού στο πρόσωπο από τη σκόνη και τον ιδρώτα της δουλειάς! Στη φωτογραφία ο Αλέκος Χαρισιάδης, στο αρχείο του οποίου ανήκει η φωτογραφία.


1950 - Αλώνια Σαπών: 'Αλλη μια σπάνια φωτογραφία. Η σοδειά καθάρισε από την πατόζα και είναι έτοιμη να μπει σε τσουβάλια. Το σημαντικό της φωτογραφίας είναι ότι πρόκειται για σκληρό σιτάρι, κάτι μοναδικό και σπάνιο για την εποχή. Ανήκει στον Καλογιάννη Ευσταθόπουλο. Η κόρη του Λαφίνα, που μου έδωσε τη φωτογραφία, μου είπε ότι το σιτάρι αυτό βραβεύτηκε στην Έκθεση της Θεσσαλονίκης το 1950.


15 Aυγούστου 1953. Στα αλώνια της Μέστης. Μέλη του συνεργείου που δουλεύουν στην πατόζα. Η σκηνή αυτή ήταν τα μαγειρεία και το εστιατόριο. Όσοι εργάζονταν εδώ έτρωγαν το φαγητό που τους παρείχε ο ιδιοκτήτης της πατόζας. Μάγειρας ο Χ. Σαμαράς με την παρέα του το Γιάννη Βογδανίδη, τον Αλέκο Χαρισιάδη και τον Σ. Καβαζίδη. Ήταν ημέρα γιορτινή και το φαγητό θα ήταν κι αυτό κάπως καλύτερο.


Σάπες, γύρω στα 1958, ο Φωκίων Καραβασίλης μεταφέρει με το κάρο του το άχυρο στην αποθήκη του. Ήταν ένα από τα παράγωγα είδη από τον αλωνισμό. Ήταν χρήσιμο υλικό ως τροφή για τα μεγάλα ζώα. Όμως ήταν ακόμη η εποχή που ακόμη έφτιαχναν τα λεγόμενα κερπίτσια, δηλαδή τούβλα φτιαγμένα από λάσπη ανακατεμένη με άχυρο, ώστε να είναι περισσότερο συμπαγή!  Στην ίδια τη φωτογραφία αν προσέξετε το επάνω μέρος του τοίχου, στο πλάι του κάρου, υπάρχουν τούβλα, φτιαγμένα από λάσπη και άχυρο!  Η φωτογραφία είναι επιχρωματισμένη με επεξεργασία... 

 

Σάπες 1973: Και τα χρόνια πέρασαν, οι εποχές αλλάζουν. Η τεχνολογία έρχεται και στο γεωργικό τομέα. Οι πατόζες είναι πλέον μουσειακό είδος. Τις αντικατέστησαν τα φοβερά μηχανοκίνητα θηρία. Τις λέγανε θεριζοαλωνιστικές μηχανές, πιο γνωστές ως κομπίνες! Δεν ξέρω αν η ονοματοδοσία είχε σχέση με καμιά κατεργαριά των ιδιοκτητών τους στην αμοιβή τους. Απ' ότι θυμάμαι η πληρωμή γινόταν σε ποσοστά επί της παραγωγής. Θυμάμαι επίσης ότι όταν η παραγωγή του αγρότη ήταν χαμηλή, λόγω καιρικών ή άλλων συνθηκών, οι "κομπινιέρηδες" ζητούσαν χρήματα. Το σίγουρο ήταν ότι το έργο των γεωργών έγινε πλέον πολύ πιο εύκολο και μπορούσαν τώρα να καλλιεργούν περισσότερα στρέμματα, χωρίς το άγχος της κούρασης. Η κομπίνα της φωτογραφίας ανήκει από κοινού στο Δημήτρη Καραμουσαλίδη (πατέρα των κοριτσιών) και στο Φώτη Φώτογλου. Ήταν η περίοδος, λίγο πριν ξεκινήσει ο θερισμός, εποχή επισκευών και προετοιμασίας. Οι παλιοί Σαπαίοι θα τη θυμούνται να βρίσκεται σε οικόπεδο του Καραμουσαλίδη, δίπλα στην Αστυνομία. Η φωτογραφία είναι της εποχής του 1973 και ανήκει στο Χρήστο Τζανίδη. Τα παιδιά που φαίνονται στη φωτογραφία είναι οι: Δημητριάδου Ελένη, Καραμουσαλίδου Βούλα, Λίτσα και Χριστίνα. Το αγόρι είναι από τη Χίο, μάλλον της οικογένειας Παρισίδη, που γύρω στο 1950 είχαν οι συγγενείς του καφενείο στη Μέστη. (περισσότερα) Η φωτογραφία έχει δημοσιευτεί στην εφημερίδα "ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΑΠΟΨΗ".


     ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΛΩΝΙΣΜΑ...

   Επάνω, άλλοι τα έπαιρναν τα έλυναν από το δέσιμο και τα έριχναν στο μηχανισμό της πατόζας που τα έτριβε και ξεχώριζε τον καρπό από τα άχυρα. Ο καρπός μέσα από ένα συνδυασμό κόσκινων με τρύπες διαφόρων μεγεθών μεταφερόταν σε ένα σημείο της πατόζας, όπου άλλοι εργάτες γέμιζαν τα σακιά και τα έδεναν. Τα άχυρα πάλι δεν τα πετούσαν. Μια φυσούνα τα έριχνε κάπου παραδίπλα, σχηματίζοντας έναν αχυρένιο λόφο. Τα άχυρα ήταν τροφή για τα ζώα των γεωργών. Αυτοί τα φόρτωναν στα κάρα, τα οποία είχαν τροποποιήσει με πλευρικά στηρίγματα, ώστε να αυξήσουν τη χωρητικότητα του κάρου. Και μετά τα πήγαιναν στους αχυρώνες του σπιτιού τους. Όλοι είχαν αχυρώνες. Όσο πιο μεγάλοι ήταν αυτοί, τόσο πιο "νοικοκυραίοι" ήταν στο χωριό. Ας επιστρέψουμε όμως στις πατόζες. Σταματήσαμε εκεί που γέμιζαν τα τσουβάλια. Αυτά τα πήγαιναν στις πλάστιγγες, όπου ο ζυγιστής μετρούσε το βάρος και το έγραφε σε ένα χαρτί. Η πληρωμή του πατοζιέρη γινόταν σε είδος! Ανάλογα και με την παραγωγή η αμοιβή του πατοζιέρη ήταν 8-10 στα εκατό. Αλλά και η αμοιβή των εργατών ήταν σε είδος. Κάθε εργάτης έπαιρνε 8 οκάδες σιτάρι για 8 ώρες δουλειάς. Δηλαδή μια οκά για κάθε ώρα! Ιδιαίτερη αμοιβή είχε ο μηχανικός, γιατί ήταν υποχρεωμένος να βρίσκεται νύχτα μέρα κοντά στην πατόζα, ώστε να διορθώνει την οποιαδήποτε βλάβη που θα συνέβαινε! Η αμοιβή του ήταν 2 στα εκατό επί της παραγωγής. Κάθε χωριό είχε τα δικά του αλώνια. Γι αυτό και ο πατοζιέρης με όλο το συνεργείο του, μεταφερόταν από το ένα αλώνι στο άλλο, όταν τελείωνε το αλώνισμα.

  [Ευχαριστώ τον Παναγιώτη Τραμπίδη, για τις φωτογραφίες και τις τόσο χρήσιμες πληροφορίες]. Το 2015 έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 85 ετών.

Από δημοσίευμα της Ελεύθερης Άποψης, που έγραψε ο  Κώστας Βραδέλης

. (19 Ιουλίου 2012).

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

     Αφορμή για την ιστορία αυτή μου έδωσε η φωτογραφία της αγαπημένης μου εφημερίδας «ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΑΠΟΨΗ» της 14ης-6-2012, που δείχνει το αλωνιστικό συγκρότημα του χωριού μας με μερικούς εργαζόμενους σε αυτό.

   Εκείνη την εποχή στις Σάπες υπήρχαν δύο αλωνιστικά συγκροτήματα, ένα συνεταιριστικό, αυτό της φωτογραφίας κι ένα ιδιωτικό του Παναγιώτη Αγγελίδη. Η φωτογραφία αυτή με γεμίζει μνήμες των παιδικών μου χρόνων, που ήταν δύσκολα, αλλά γεμάτα γλύκα. Αναφέρω λοιπόν ότι τρίτος ζυγιστής στο συγκρότημα αυτό, εκείνη τη χρονιά 1953, μαζί με τον Αλέκο Χαρισιάδη και Γιάγκο Βογδανίδη ήμουν εγώ, γιατί θυμάμαι δούλεψα 2-3 χρονιές. Γράφω λοιπόν για να μάθουν οι νέοι, πώς γινόταν τότε ο θερισμός, τα αλώνια, αλλά και η παράδοση πώληση των σιτηρών. Κυρίως όμως να κάνω μνημόσυνο στους ανθρώπους της φωτογραφίας, που αγαπούσα και εκτιμούσα πολύ, και γιατί όχι και σε άλλους που έφυγαν από τη ζωή γνωστούς και αγνώστους, ακόμη και στους δικούς μου, που επισκέπτομαι τακτικά στα νεκροταφεία.

   Ο θερισμός (θέρος) ξεκινούσε μετά τις 5-10 Ιουνίου και κρατούσε 10-20 μέρες ανάλογα με τα άτομα κάθε οικογένειας, αλλά και τα στρέμματα των σιτηρών. Γινόταν με το χέρι, και κάθε θεριστής θέριζε κρατώντας στο χέρι ένα δρεπάνι μεταλλικό, την κόσα. Ξεκινούσαμε λοιπόν το πρωί 5-6 η ώρα με το κάρο όλη η οικογένεια, με μια ή δύο στάμνες (λαγίνες) νερό και για φαγητό τυρί-κρεμμύδι, ντομάτες-αγγούρια. Θερίζανε όλη την ημέρα και όταν τελείωνε το νερό του σπιτιού στη στάμνα, πηγαίνανε σε δύο τρία πηγάδια που υπήρχαν σε όλο τον κάμπο (σιτσάν-ντερέ και μελεμέζ). Το ένα το πηγάδι ήταν στο Σιτσάν-ντερέ κοντά σε ένα δικό μας χωράφι, και το άλλο ήταν στο Μελεμέζ κοντά στο δημόσιο δρόμο, σε ένα χωράφι του Χατζή, που ήταν παππούς του Χασάν που έχει το εστιατόριο «Μέλισσα». Τα ζώα τα ποτίζαμε σ’ αυτά τα πηγάδια ή σε κανένα ποτάμι που κρατούσε νερό και το καλοκαίρι. Θερίζαμε όλη την μέρα και γυρνούσαμε σπίτι μετά την δύση του ηλίου. Ένας από κάθε οικογένεια, ο πιο έμπειρος, έδενε τα θερισμένα γεννήματα σε δεμάτια με δετήρες που έφτιαχνε από τα θερισμένα, και το βράδυ πριν φύγουμε για το σπίτι τα μαζεύαμε, και τα τοποθετούσαμε σε κανονική σειρά (το κουρτζούμια-τούρκικη λέξη).

   Μετά το τέλος του θερισμού όλο το χωριό κουβαλούσε αυτά τα δεμάτια των σιτηρών με ειδικά κάρα και τα στοίβαζε σε θημωνιές σε κανονικές σειρές, (ώστε να μπορεί να περνά ανάμεσα τους η πατόζα) στα αλώνια που εκτείνονταν από τα τούρκικα νεκροταφεία προς ανατολάς πολύ πάνω από το δρόμο Σαπών-Λυκείου. Σκέφτομαι τώρα πόσο προσεκτικός και υπεύθυνος ήταν τότε ο κόσμος ώστε ποτέ δεν έγινε καμιά πυρκαγιά στα αλώνια, οπότε θα χανόταν η παραγωγή όλης της χρονιάς. Σήμερα μπορεί από εκδίκηση, ή από πλάκα να έβαζε κανείς φωτιά για να απολαύσει το θέαμα. Μετά τον αλωνισμό κουβαλούσαμε τα άχυρα με ειδικά αμάξια, τα τσίτια, στις αχυρώνες σαν τροφή για τα ζώα. Αργότερα ήρθαν κάτι χειροκίνητες μηχανές και δένανε τα άχυρα σε μπάλες . Σε μια τέτοια μηχανή που έφερε ο Σαμίδης Λευτέρης, πατέρας του μετέπειτα φούρναρη καλού μου φίλου Γιώργου Σαμίδη, δούλεψα κάνα δυο καλοκαίρια. Έρχομαι τώρα στην ιστορία του αλωνιστικού συγκροτήματος της φωτογραφίας, και των ανθρώπων που εμφανίζονται σ’ αυτήν. Το συγκρότημα αυτό ήταν απόκτημα του Γεωργικού Συνεταιρισμού Σαπών που πρόεδρος τότε ήταν ο Παναγιώτης Πέτρογλου, ο κατοπινός περιπτεράς, πατέρας του Γιώργου Πέτρογλου. Μηχανικός του συγκροτήματος ήταν ο Γιάννης Πέτρογλου ανιψιός του Παναγιώτη, πολύ καλός μηχανικός, καλός άνθρωπος και καλός μου φίλος, που υπέφερε θυμάμαι χρόνια από ημιπληγία. Αρχιλογιστής ήταν για χρόνια ο μειλίχιος, χαμογελαστός, και αξιαγάπητος Αλέκος Χαρισιάδης, που ήταν η ψυχή του συγκροτήματος.

   Το 1953 και το 1954 ζυγιστές ήμασταν, εγώ και ο καλοκάγαθος και αγαπητός επίσης φίλος μου, ο Γιαγκος Βογδανίδης. Αρχιμάγειρας ήταν ο Χαράλαμπος Σαμαράς που με πρόσεχε, που μου έδινε καλή μερίδα φαγητού γιατί ήμουν ο πιο μικρός του συγκροτήματος. Το συγκρότημα δούλευε με τρείς βάρδιες εργατών, τέσσερα άτομα σε κάθε βάρδια, δύο πασαδόροι, ένας κόφτης και ένας ταϊστής. Η θέση του ταϊστή ήταν πολύ υπεύθυνη, και επικίνδυνη, γιατί μια απροσεξία σήμαινε βλάβη για την πατόζα, κυρίως όμως για τα χέρια του που μπορούσαν να γίνουν κιμάς. Θυμάμαι ότι ταϊστής αρχικά δούλεψε ο Αλέκος Χαρισιάδης, επίσης ο άλλος ο Γιάννης ο Πέτρογλου, ο κουνιάδος του παπά-Βασίλη, ήταν πολύ καλός ταϊστής. Τα αλώνια διαρκούσαν πολλές φορές μέχρι και τα μέσα Σεπτεμβρίου γιατί εκτός από το Σαψί, πηγαίναμε και στα γύρω χωριά. Το 1953, το τελευταίο χωριό που αλωνίσαμε ήταν η Μέστη. Η πληρωμή μας γινόταν με σιτάρι, το οποίο εν συνεχεία πουλούσαμε για τα έξοδα του χειμώνα. Εγώ θυμάμαι ότι το 1953, ένα μέρος από τα χρήματα που πήρα τα έστειλα στον αδερφό μου τον Άγγελο που εκείνη την χρονιά πήρε το πτυχίο της Ιατρικής.

   Θέλω να αναφέρω και μια άλλη ταλαιπωρία εκείνης της εποχής, που οι παλαιοί την θυμούνται καλά. Τα σιτηρά που το Σαψί και από όλα τα γύρω χωριά τα πηγαίναμε με κάρα για παράδοση – πώληση, στο σταθμό της Μέστης, όπου είχε κρατικές αποθήκες που υπάρχουν ακόμα. Εκεί ο κόσμος μπορεί να περίμενε εβδομάδα, ή και δέκα μέρες ώσπου να παραδώσει το σιτάρι. Όλο αυτό το διάστημα κοιμόταν πάνω στα σακιά, και το φαγητό ήταν λίγο τυρί, καμιά ντομάτα ή καρπούζι. Μετά την παράδοση παίρναμε το εκκαθαριστικό και πηγαίναμε στην Αγροτική τράπεζα. Η Τράπεζα κρατούσε τα χρέη του αγρότη, και, εάν περίσσευε κανένα φράγκο το έπαιρνε ο αγρότης, για να ξεπληρώσει άλλα χρέη στον μπακάλη, κρεοπώλη, και να αγοράσει κάτι για την οικογένεια. Και αυτό τον Οκτώβρη πάλι από την αρχή, όργωμα, σπορά, τσάπα, θέρος, αλώνια κλπ. Όποιος από τους νέους τα διαβάσει αυτά θα καταλάβει πόσες δυσκολίες υπήρχαν τότε, πώς δουλεύαμε και πως ζούσαμε, και πως δουλεύουν και ζουν αυτοί σήμερα. Τελειώνοντας ξαναλέω πως το γραφτό αυτό ξεκίνησε από τη φωτογραφία της «Ελεύθερης Άποψής» και περιγράφει το θερισμό- αλώνισμα, και παράδοση των σιτηρών εκείνη την εποχή. Είναι όμως κυρίως μνημόσυνο γι’ αυτούς που δείχνει η φωτογραφία, εργαζόμενους του συγκροτήματος, μα και για τους άλλους που δεν υπάρχουν στην φωτογραφία και έφυγαν από την ζωή. Τον τότε πρόεδρο Παναγιώτη Πέτρογλου, τον Γιάννη και Θωμά Πέτρογλου, τον Αλέκο Χαρισιάδη, Γιάνγκο Βογδανίδη, Σάββα Καβαζίδη, και τους άλλους με τους οποίους δούλεψα μαζί δύο – τρία καλοκαίρια, και τους οποίους θυμάμαι πάντα με εκτίμηση και αγάπη.

 Από τον Κωνσταντίνο Βραδέλη τέως Διευθυντή της Ορθοπεδικής Κλινικής Γ. Ν Δράμας