Σάπες: ο τόπος μας

Μέρος Β'

  Οι αλυτρωτικές βλέψεις της Βουλγαρίας για τη Μα­κεδονία χρονολογούνται ήδη από την εποχή της εθνογένεσής της και τη σταδιακή παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

  Ωστόσο, οι προσπάθειες της Σόφιας αποδεικνύο­νται ατελέσφορες και καταλήγουν σε συντριπτικές ήττες στον Β’ Βαλκανικό και τον Α’ Παγκόσμιο Πό­λεμο.

Από τις αρχές του 20ού αι­ώνα μάλιστα, η σύγκρουσή της με την Ελλάδα για τον έλεγχο της περιοχής παίρνει τη μορφή ακήρυχτου πολέμου, με τον Μακεδονικό Αγώνα.

  Δυο δεκαετίες αργότερα, η ήττα του ελληνικού στρατού από τις γερμανικές δυνάμεις φάνηκε να δίνει την ευκαιρία στη Βουλγαρία, η οποία είχε στο μεταξύ προσχωρήσει στο ναζιστικό στρατόπεδο, την ευκαιρία που τόσο επιζητούσε. Την 1η Μαρτίου 1941, προσχώρησε στον Άξονα ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ - ΙΤΑΛΙΑΣ και επέτρεψε την κάθοδον των Γερμανών εντός του εδάφους της, έναντι του ανταλλάγματος της Ελληνικής περιοχής από την κοιλάδα του Στρυμόνα και ανατολικότερα, προς έξοδό της στο Αιγαίο.

  Από το 1941 έως και το 1944, οι Έλληνες, αλλά και οι Εβραίοι της Μακεδονίας και της Θράκης υπέστησαν πρωτοφανείς διώξεις, η αγριότητα των οποίων ξεπερ­νούσε σε ορισμένες περιπτώσεις τη θηριωδία των Ναζί στην υπόλοιπη Ελλάδα. Σύμβολο του μαρτυ­ρίου έγινε το χωριό Δοξάτο και μάλιστα για δεύτερη φορά στην ιστορία του, καθώς είχε καταστραφεί από τους Βούλγαρους και κατά τη διάρκεια της υποχώρησής τους, στον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο. Όμως, όπως ήταν αναμενόμενο, οι μαζικές διώξεις υπο­νόμευσαν ηθικά, πολιτικά και ιδεολογικά όλα τα επιχειρήματα της βουλγαρικής πλευράς περί νόμι­μων διεκδικήσεων στη Μακεδονία. Εξ άλλου, η πο­ρεία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου σύντομα επρό­κειτο να αλλάξει και η Σόφια θα βρισκόταν παγι­δευμένη στο «λάθος στρατόπεδο». 

Μετά την ήττα του ελληνικού στρατού από τις ναζιστικές δυνάμεις, η περιοχή από τον Στρυμόνα ως τον Έβρο, μαζί με τα νησιά της Θάσου και Σαμοθράκης παραχωρήθηκαν στη Βουλγαρία, ως ανταμοιβή για την προσχώρησή της στον Άξονα (εκτός από 3/4 του νομού Έβρου, έπειτα από σχετι­κή αξίωση της Τουρκίας). Έκτοτε, για τους κατακτητές ανήκαν διοικητικά στην «περιφέρεια Άσπρης Θάλασσας» ή «Αιγαίου» ή «Αιγαιίδα» (Μπελομόρε), η οποία συμπεριλαμβανόταν στην 4η περιοχή (Στάρα Ζαγκόρα – Πλόντιφ – Μπελομόρε) βουλγαρικής επικράτειας. Εδώ έγκειται και η διαφορά μεταξύ ιταλικής, γερμανικής και βουλγαρικής κατοχής. Οι Ιταλοί και οι Γερμανοί αναγνώριζαν ότι βρίσκονται σε μια ξέ­νη χώρα ως δύναμη κατοχής, ενώ οι Βούλγαροι προ­παγάνδιζαν ότι βρίσκονται σε «απελευθερωμένο βουλγαρικό έδαφος» και σκόπευαν να μείνουν ο­ριστικά.

  Η Βουλγαρία ισχυριζόταν πως δεν κατέλαβε, αλλά απελευθέρωσε περιοχές, οι οποίες ήταν βουλ­γαρικό εθνικό έδαφος με αδύναμο βουλγαρικό πλη­θυσμό, λόγω της προηγηθείσας πολιτικής εξελλη­νισμού του ελληνικού κράτους. Έτσι δικαιολογού­σε τα αποτελέσματα βουλγαρικής απογραφής της 31ης Μαΐου 1941 στην «περιφέρεια Άσπρης Θάλασσας», κατά την οποία καταγράφηκαν 13 πόλεις και 799 χωριά (συνολικά 812 οικισμοί) και απο­γράφηκαν 649.419 κά­τοικοι. Και συγκεκριμέ­να κατά εθνικότητα 43.761 Βούλγαροι, 6.138 Πομάκοι, 72.985 Τούρ­κοι, 514.426 Έλληνες και 12.019 άλλοι (Εβραίοι, Αρμένιοι κ.ά.).

  Η μοναρχική εξουσία του Βόρη Γ’, με την «πρό­θυμη», κατά την προπαγάνδα της, συνεργασία και συμμετοχή της πολιτικής, εμποροβιομηχανικής, επιστημονικής και καλλιτεχνικής κοινότητας της Βουλγαρίας, επιχείρησε να ανατρέψει τα πληθυ­σμιακά δεδομένα και να (απο)δείξει την ενότητα της «Παλιάς Βουλγαρίας» με τα «νεο – απελευθερωμένα» εδάφη.

  Προετοίμαζε την πολυπόθητη οριστική προ­σάρτησή τους με το να δημιουργήσει «εθνικά δίκαια» των «σκλαβωμένων για χρόνια Βουλγάρων α­δελφών» στις παραχωρημένες, από τους Γερμανούς, στη Βουλγαρία περιοχές: τα σερβικά εδάφη, τη Δομβρουτσά, επαρχία ρουμανική, αλλά και «την πε­ριφέρεια Άσπρης Θάλασσας», δηλαδή τον νομό Σερρών, εκτός της περιοχής της Νιγρίτας (δηλαδή εκτός του 1/5 του νομού Σερρών), τους νομούς Δράμας – Ξάνθης – Καβάλας – Ροδόπης και Έβρου, εκτός της ουδέτερης ζώνης (δηλα­δή εκτός των 3/4 του νομού Έβρου). Παρά τις όποιες αρχικές υποσχέσεις προς τους κατοίκους για ασφάλεια, ευνομία, ζωή, τιμή και πε­ριουσία, όλα μαρτυρούν ότι εφαρμόσθηκε στα νε­οαποκτηθέντα για τη Βουλγαρία εδάφη ένα μελε­τημένο, και στις λεπτομέρειές του, πρόγραμμα εμ­φάνισης των υπό κατοχήν περιοχών με ό­ψη και χαρακτήρα βουλγαρικό.

Από τις ελάχιστες φωτογραφίες της εποχής που διαθέτω. Περίοδος 1943: Βουλγαρική κατοχή. Δυο βούλγαροι στρατιώτες κρατούν στην αγκαλιά τους δυο μικρά παιδιά, ενώ ένα μεγαλύτερο κορίτσι κρατάει τις αγελάδες. Πρέπει να είναι μια από τις δυο αδελφές, Μαρίτσα ή Τασούλα Καραλέξη. Το σπίτι τους ήταν απέναντι από του Σταύρου Αγγελίδη (προς το Δημαρχείο). Δεν γνωρίζω αν τα παιδιά αυτά είναι ελληνόπουλα ή βουλγαρόπουλα. Δεξιά φαίνεται το σπίτι του παππού μου, του παπαπόστολου Μαλλέ. Όμως την περίοδο εκείνη (1943) ήταν ιδιοκτησία μουσουλμάνου κατοίκου, που το είχαν κατασχέσει οι Βούλγαροι και το χρησιμοποιούσαν ως κτίριο της κατοχικής διοίκησης. Πίσω από το κάρο φαίνεται ένα παλιό κτίσμα, που τα προηγούμενα χρόνια χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες των έφιππων αποσπασμάτων της ελληνικής διοίκησης. [Aρχείο Σταύρου Αγγελίδη].


To ηρώο αυτό βρισκόταν ανάμεσα στην εκκλησία και στο Δημοτικό Σχολείο από το 1923  και υπήρχε μέχρι το 1941. Από τις πρώτες ημέρες της βουλγαρικής κατοχής, μια νύχτα Βούλγαροι στρατιώτες με βοϊδάμαξες, φτυάρια και κασμάδες το ξήλωσαν από τη βάση του και το πρωί, όταν ξύπνησαν οι κάτοικοι είδαν ένα ισοπεδωμένο χωματόδρομο! Τα σπασμένα κομμάτια του τα σκόρπισαν σε άγνωστό μέρος, όπου κανείς δεν τα ξαναείδε! Την ιστορία μου διηγήθηκε ο Παναγιώτης Τραμπίδης. [Αρχείο Παναγ. Κιρκινέζη. Ο ίδιος, μικρό προσκοπάκι, φωτογραφίζεται το 1937 μπροστά στο Ηρώο.]...


Ανεπιθύμητος ο ελληνισμός και στις Σάπες.

[Η Ζωή Χατζηθεοδώρου θυμάται ...]

 Ο Ελληνισμός ανεπιθύμητος στη βουλγαροκρατούμενη Ανατολική Μακεδονία και Δυτική Θράκη υπέστη, κατά την τρίχρονη κατοχή (1941 -1944), μέτρα κατάργησης κάθε εθνικής και θρησκευτικής του ελευθερίας, αλλά και σκληρότατα μέτρα εξό­ντωσής του. Τα σκληρά αυτά μέτρα δοκίμασε και ο πληθυσμός των Σαπών. Την εποχή εκείνη πολλές οικογένειες πήραν μαζί τους ό,τι ήταν δυνατό να μεταφερθεί κι έφυγαν για άλλες περιοχές της χώρας, παρά το γεγονός ότι κι αυτές ήταν υποδουλωμένες στους Γερμανούς και Ιταλούς. Θεώρησαν ότι η ζωή κάτω από τη βουλγαρική κατοχή θα ήταν πολύ σκληρότερη. Οι περισσότερες από αυτές τις οικογένειες δεν ξαναγύρισαν πίσω ούτε μετά την απελευθέρωση.

 Από τις πρώτες ημέρες κατοχής κατέλυσαν το ελληνικό κράτος (Διοίκηση, Εκκλησία, Παιδεία). Εξαφάνισαν τα αρχεία της Κοινότητας Σαπών, έκαψαν τα αρχεία του Δημοτικού Σχολείου. Δεν ξέρω γιατί δεν φρόντισαν οι ελληνικές αρχές να διαφυλάξουν έγκαιρα τα αρχεία αυτά. Τα ελληνικά σχολεία έκλεισαν και λειτούργησαν άμεσα με βούλγαρους δασκάλους για τα παιδιά των Βουλγάρων, αλλά και στα ελληνόπουλα. Η θεία μου στο Χαμηλό θυμάται ακόμη ιστορίες από το βουλγαρικό σχολείο!

  Τους Έλληνες τους έβγαλαν από τα σπίτια τους ή τους περιόρισαν όλους μαζί σε ένα δωμάτιο και στο υπόλοιπο σπίτι εγκαταστάθηκαν οι βουλγαρικές οικογένειες, οι οποίες εκμεταλλευόταν και τη γεωργικ'η παραγωγή. Μεγάλη ήταν η πείνα και οι στερήσεις των ελληνικών οικογενειών. Για να εξασφαλίσουν κρυφά κάτι για να φάνε, σκαρφίζονταν διάφορα μέσα. Έκρυβαν σιτάρι, καλαμπόκι σε λακούβες χωραφιών, κλπ. Έμαθα περιπτώσεις, ιδιαίτερα σε σπίτια μουσουλμάνων, που κι αυτοί υπέστησαν διώξεις, οι οποίοι είχαν φτιαγμένα διπλά τοιχώματα με κενά ανάμεσα κι εκεί έκρυβαν τροφή για να έχουν να φάνε. Σε όσες δε περιπτώσεις έπιαναν κάποιον να κρύβει τρόφιμα τον βασάνιζαν σκληρά!

  Προσπάθησαν να βουλγαροποιήσουν και να αποδυναμώσουν το ελληνικό στοιχείο. Τους υποχρέωσαν να βγάλουν βουλγαρικές ταυτότητες, τους πίεζαν να δηλώσουν βουλγαρική εθνικότητα, στρατολογούσαν Έλληνες και τους έστελναν στη Βουλγαρία σε τάγματα εργασίας. Το θείο μου το Χρήστο Μαλλέ, από το Χαμηλό, τον πήραν όμηρο για δύο χρόνια να δουλεύει σε καταναγκαστικά έργα με την απειλή πως αν το χωριό αντισταθεί θα σφάξουν όλους τους ομήρους. (τα γνωστά ντουρντουβάκια).

  Προσπάθησαν με διάφορες εκδηλώσεις στις κατεχόμενες περιοχές να επιβάλλουν ένα μορφωτικό, καλλιτεχνικό και εκπολιτισικό έργο με στόχο να καλλιεργήσουν πνεύμα κοινής καταγωγής, θρησκείας, γλώσσας, ηθών και εθίμων.

Παραθέτω ένα μοναδικό κείμενο της Ζωής Χατζηθεοδώρου, η οποία θυμάται τα γεγονότα της εποχής εκείνης και τα περιγράφει με πόνο, για τη σελίδα μου.

Η βουλγαρική κατοχή

  Κι αρχίζει η μαύρη περίοδος της Βουλγαρικής κατοχής. Οι Γερμανοί, μόλις έσπασε «η γραμμή Μεταξά» μη θέλοντας να απασχολήσουν στρατεύματα δικά τους στη Θράκη, την παρέδωσαν στους συμμάχους τους Βουλγάρους. Με την εισβολή στρατευμάτων άρχισε και ο εποικισμός. Καραβάνια ολόκληρα πάμπτωχων, ρακένδυτων ανθρώπων άρχισαν να καταφτάνουν με τις βοϊδάμαξες. Οι κατοχικές αρχές, ήδη, τους είχαν έτοιμη στέγη και εργασία, αφού έδιωξαν τους Έλληνες από τα σπίτια τους, τα μαγαζιά τους, τα χωράφια τους, τα ζώα τους. Έτσι οι Έλληνες χριστιανοί των Σαπών έμειναν χωρίς δουλειά και στριμωγμένοι σε κάποιο δωμάτιο ή στάβλο. Έπρεπε λοιπόν να παλέψουν για να επιζήσουν. Και το πιο πρόχειρο που σκέφτηκαν ήταν να πουλήσουν ό, τι πιο πολύτιμο είχαν σε χρυσαφικά και ρούχα.

   Αργότερα γίνανε δούλοι στα ίδια τους τα κτήματα, τα καλλιεργούσαν, αλλά τους έπαιρναν τη σοδειά και τους άφηναν κάτι από “φιλευσπλαχνία”. Εμάς π.χ. μας πήραν το ξενοδοχείο (κάποιος Σλαύκος, αν θυμούμαι καλά). Την ταβέρνα την πήρε ο κουνιάδος του. Έκαναν βλέπεις οικογενειακή επιχείρηση. Μας περιόρισαν σ’ ένα δωμάτιο, κάτω, ήμασταν όμως υποχρεωμένοι να περιποιούμαστε το ξενοδοχείο κι αυτοί να εισπράττουν. Επίσης πήραν και το αμπέλι μας και κάτι χωραφάκια που είχαμε (αχ, πόσο μου στοίχισε το αμπέλι, πόσο έκλαψα!). Το παραπάνω περιστατικό το σημειώνω σαν παράδειγμα, γιατί σε όλους τους Έλληνες το ίδιο έκαναν.

 Η πείνα

 Κι αρχίζει η πείνα του 1941-42. Έτρεχαν οι γονείς μας στα χωριά εκλιπαρώντας για λίγο αλεύρι και πουλώντας ό, τι πολύτιμο είχαν. Ζύγιζαν το κριθαρένιο ψωμί ανά 100 δράμια τη μέρα και μας το μοίραζαν. Δε μας έφτανε όμως και κοιτούσαμε να κλέψουμε κανένα ψίχουλο από τα μικρότερα αδέλφια μας. Πολλά παιδιά έπαθαν αβιταμίνωση. Ευτυχώς έφτασε ο Ιούνης που αρχίζει ο θερισμός και τότε εμείς τα παιδιά πηγαίναμε πίσω από τους θεριστάδες και μαζεύαμε τα στάχια. Έτσι εξοικονομούσαμε 5-6 οκάδες σιτάρι τη μέρα, το αλέθαμε κρυφά στο χειρόμυλο και ζύμωνε η μάνα μας ψωμί στη γάστρα για να μη μας δούνε. Πολύ πρωί σηκωνόμασταν και κλέβαμε απ’ το δικό μας αμπέλι σταφύλια, σκεπάζαμε το καλαθάκι με χόρτο να μη φαίνεται. Κάποτε μας έπιασαν, άδειασαν το καλάθι και ποδοπάτησαν το περιεχόμενο. Μπορέσαμε, κρυφά πάλι, να θρέψουμε ένα γουρουνάκι και είχαμε αποθέσει τις ελπίδες μας σ’ αυτό. Κι όμως, μας περίμεναν, και όταν το σφάξαμε μας το πήραν. Τι κλάμα κάναμε Θεέ μου!

Η τρομοκρατία

  Κάποιο βράδυ χτύπησαν την πόρτα μας και πήραν μαζί τους το θείο μου, το Γιώργο (αδελφό του πατέρα μου). Εκείνο το βράδυ είχαν γεμίσει τις φυλακές με Έλληνες , έναν από κάθε σπίτι. Το Λεωνίδα τον Αγγελίδη, τον Αντωνιάδη, ήρωα του Αλβανικού Μετώπου και πολλούς άλλους που δε θυμούμαι τα ονόματά τους. Τους σάπισαν στο ξύλο και τους πέταξαν έξω από τις πόρτες των σπιτιών τους.

 Το πρωί βρήκαμε το θείο μου ένα μαύρο κουρέλι, πεταμένο, γιομάτο πληγές. Τον τύλιγε η μάνα μου σε προβιές, γιατί της είπαν πως παίρνει τον πόνο. Μήνες δεν μπορούσαν να περπατήσουν από την φάλαγγα που τους έκαμαν!

  Ένα πρωί έρχεται ο πατέρας μου αλαφιασμένος και μας λέει: “Βρήκαν το Δημητρό, το Σαγίρη μαχαιρωμένο και πεταμένο στο πηγάδι του Τσάκου”. Ο Τσάκος, ο καλός αυτός Ηπειρώτης, είχε λαχανόκηπο στο δρόμο προς το Αρσάκειο. Όλοι τρομοκρατήθηκαν. Ήξεραν πως θα ακολουθούσαν και άλλοι.

  Υπήρχαν στις Σάπες δυο αποβράσματα της Μυστικής Υπηρεσίας, δυο αδίστακτοι μακελάρηδες, που έκαμαν αυτή τη δουλειά. Υπάρχουν θύματά τους και στα γύρω χωριά. Ήταν ο τρόμος των Ελλήνων! Και το άλλο πρωί χτύπησαν και τη δική μας την πόρτα. Ζήτησαν από τον πατέρα μου να τους ακολουθήσει στην Αστυνομία. Έβαλε η μάνα μου τις φωνές κι από κοντά κι εγώ! (ήμουν 12-13 χρονών). Εμείς τραβούσαμε τον πατέρα μας προς τα μέσα κι αυτοί προς τα έξω!

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ


Σάπες 1942

: Άλλη μια σπάνια και μοναδική φωτογραφία στο αρχείο μου. Την οφείλω στο γιατρό Ανδρέα Καφετζή, που μου την έστειλε από την Αθήνα. Χρονικά προσδιορίζεται γύρω στα 1942. Πρόκειται για βούλγαρους στρατιώτες που αποτελούσαν τη φιλαρμονική του στρατού. Από ότι φαίνεται όλοι κρατούν δύο είδη οργάνων, τα τύμπανα και τις σάλπιγγες. Όπως θα διαβάσατε και πιο πάνω, οι Βούλγαροι προσπάθησαν να καλλιεργήσουν στους Έλληνες ένα κλίμα κοινής συνείδησης στη θρησκεία, στη γλώσσα, τη μουσική, τα ήθη και τα έθιμα. Γι αυτό χρησιμοποιούσαν σε τέτοιες περιπτώσεις τους μουσικούς του βουλγαρικού στρατού.

   1942: Ντουρντουβάκια στη Βουλγαρία

. Γνώριζα από διηγήσεις του συγγενικού μου περιβάλλοντος ότι το θείο μου Χρήστο Μαλλέ, που την περίοδο της Βουλγαρικής Κατοχής ζούσαν στο Χαμηλό, ο βουλγαρικός κατοχικός στρατός μαζί με πολλούς άλλους Έλληνες τον έστειλαν δια της βίας, ουσιαστικά ως αιχμάλωτο στη Βουλγαρία για καταναγκαστικά έργα. Δε φανταζόμουν όμως ποτέ ότι θα έβρισκα και σχετική φωτογραφία. Όταν ρώτησα την ξαδέρφη μου, την Ντίνα και κόρη του Χρήστου, αν έχει κάποια φωτογραφία δεν περίμενα ότι θα μου απαντούσε θετικά! Σχεδόν σε τόνο διαταγής! της ζήτησα να ψάξει και να τη βρει! Τώρα την έχω και σας την παρουσιάζω, γιατί νομίζω πως είναι από τις πιο σημαντικές της συλλογής μου! Αριστερά, όπως βλέπουμε είναι ο θείος μου Χρήστος Μαλλές και δίπλα του ο συγχωριανός του Ζαφειριάδης Γιάννης, πατέρας της Κλεανθούλας (μαθηματικός στα Γιάννενα). Ο Βουλγαρικός κατοχικός στρατός ήρθε στην Ελλάδα το 1941 και την ίδια χρονιά τους έπιασαν και τους έστειλαν στη Βουλγαρία, όπου και κρατήθηκαν για δύο χρόνια! Ξυπόλυτοι, γυμνοί και μαυρισμένοι από τον ήλιο φωτογραφίζονται προφανώς από κάποιον Βούλγαρο φωτογράφο! Θα παρατηρήσετε κι εσείς πόσο σκελετωμένα είναι τα κορμιά τους! Διαβάστε παρακάτω πώς ήταν η ζωή τους στα καταναγκαστικά έργα. (αρχείο φωτογραφίας: Ντίνα Μαλλέ Πατρωνούδη).

  Η λέξη το ντουρντουβάκι (πάντα στο ουδέτερο), χρονολογείται από την εποχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν η Ανατολική Μακεδονία και η Θράκη βρισκόταν υπό Βουλγαρική κατοχή. Πολλούς νέους τότε οι Βούλγαροι τους έπαιρναν ομήρους και τους έστελναν στη Βουλγαρία σε καταναγκαστική εργασία, μέσα στο λιοπύρι, στα βουνά και τους κάμπους φτιάχνοντας δρόμους, σιδηροδρομικές γραμμές, με πενήντα δράμια νερό κάθε δύο ώρες, με ελάχιστο φαγητό και άγριους ξυλοδαρμούς. Όποιος απαρνιόταν την Ελληνική καταγωγή και γραφόταν Βούλγαρος γλύτωνε από όλα αυτά. Οι όμηροι αυτοί λεγόταν ντουρντουβάκια. Η λέξη ντουρντουβάκι είναι παραφθορά του βουλγάρικου тру̀дови войски, τρούντοβι βόιτσκι = τάγματα εργασίας ή, ίσως, του тру̀дов войник, τρούντοβ βόινικ = φαντάρος αγγαρείας. Ανάλογα στη μετεμφυλιακή Ελλάδα ήταν τα τάγματα σκαπανέων στη Μακρόνησο. Γι΄αυτούς που υπηρέτησαν στα βουλγάρικα τάγματα εργασίας, το όνομα ντουρντουβάκια έγινε μετά την απελευθέρωση τίτλος τιμής. Αλλά, οι αγγαρειομάχοι είναι πάντα παιδιά ενός κατώτερου θεού – και η λέξη αναπόφευκτα κράτησε και την απαξιωτική σημασία που είχε και το тру̀дов войник στα Βουλγάρικα .


Στο "Κοιμητήριο" των Σαπών, υπάρχει ο οικογενειακός τάφος του Δημητρίου Σαγίρη. Όπως βλέπουμε και στη μαρμάρινη επιγραφή ο Δημήτριος Σαγίρης, εφονεύθη από τους Βουλγάρους, στις 28 Ιουνίου 1944, σε ηλικία μόλις 40 ετών! Οι πληροφορίες μου λένε ότι τον δολοφόνησαν και τον πέταξαν σε ένα πηγάδι, μόνο και μόνο γιατί είχε το θάρρος να μην τους φοβάται! Ο Κώστας Βραδέλη;, μικρό παιδί τότε, γράφει στο βιογραφικό βιβλίο του για την επόμενη ημέρα, πώς βρέθηκε το νεκρό σώμα του Δημητρίου Σαγίρη...  Διαβάστε ΕΔΩ


Σάπες 1942-43: Βουλγαρική Κατοχή: Δυο σημαντικές φωτογραφίες, που είναι τραβηγμένες την ίδια ημέρα. Πρέπει να είναι χειμώνας του 1942 ή '43. Πρόκειται για μαθητές και μαθήτριες γονέων των Βουλγάρων κατοχικών δυνάμεων, του Δημοτικού Σχολείου. Δεν γνωρίζω αν παράλληλα λειτούργησε στις Σάπες και σχολείο μεγαλύτερης βαθμίδας.  

Στην πρώτη φωτογραφία μαθητές, δάσκαλοι και γονείς φωτογραφίζονται στα σκαλοπάτια του Δημοτικού Σχολείου. Ανάμεσά τους υπάρχουν και μερικά ελληνόπουλα του ντόπιου πληθυσμού! Ήταν υποχρεωμένοι να διδάσκονται μόνο τη βουλγαρική γλώσσα.  Στη δεύτερη φωτογραφία, η ίδια ομάδα βρίσκεται στο χώρο του πρώην Δημοτικού Πάρκου (στο χώρο του Γυμνασίου). Πίσω υπάρχει το μικρό κτιστό περίπτερο που λειτουργούσε ως καντίνα. Στην άκρη δεξιά είναι η Μαρίνα, ντόπιο παιδί Ελλήνων Σαπαίων. Έμαθα ότι το σπίτι της το είχε επιτάξει ο Βούλγαρος στρατιωτικός διοικητής, όπου κι εγκατέστησε την οικογένειά του. Τους Έλληνες ιδιοκτήτες τους άφησαν ένα δωμάτιο για να ζουν. Για να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις μεγάλες σιτιστικές ανάγκες τους. η Μαρίνα ανέλαβε την επίβλεψη της μικρής κόρης του διοικητή. (Οι φωτογραφίες προέρχονται από το αρχείο του Σταύρου Λ. Αγγελίδη, ο οποίος ήταν ένα από τα ελληνόπουλα που φοίτησαν εκείνη την εποχή στο σχολείο.


Σάπες, περίοδος Βουλγαρικής Κατοχής.  Στην επάνω φαίνονται Βούλγαροι αξιωματικοί και στρατιώτες έξω από την εκκλησία. Δεν γνωρίζω αν διατηρήθηκε η ονομασία "Κωνσταντίνου & Ελένης" ή αντικαταταστάθηκε με αυτή κάποιο Αγίου της Βουλγαρικής Εξαρχείας.  Προφανώς θα είχαν κάποια γιορτή. (από το αρχείο της Αγγέλας Μπεκιαρίδου).   Στην κάτω φωτογραφία:  Στο παλιό πάρκο.    Στη φωτογραφία διακρίνουμε στο κέντρο της  το βούλγαρο Διοικητή των Σαπών. Όπως βλέπουμε δεξιά από αυτόν είναι ο Μιχαήλ Ζαμπογιάννης, λίγο μετά την επιστροφή του από τον τραυματισμό του στην Αλβανία. Δίπλα του ο αδελφός του Χρήστος. Αριστερά του ένα συγγενικό πρόσωπο, ο Μαργαρίτης Μπρούμπης από την Ξάνθη και δίπλα του ο Κώστας Ζαμπογιάννης. Από τους ορθίους τα άλλα 3 πρόσωπα είναι άγνωστα.Από τις γυναίκες που κάθονται στο παγκάκι είναι η Παρασκευή Ζαμπογιάννη με τη μικρή κόρη Σταματία, και δίπλα της με το παιδάκι η Μαρίκα Ζαμπογιάννη Μπρούμπη. Η φωτογραφία έχει τη δική της ιστορία. Ήταν χειμώνας. Στις Σάπες ήρθαν να επισκεφτούν τους συγγενείς τα μέλη της οικογένειας Μπρούμπη από την Ξάνθη. Ένα από τα πιο όμορφα μέρη ήταν το παλιό πάρκο των Σαπών, εκεί που σήμερα βρίσκεται το Γυμνάσιο. Τα άγνωστα άτομα ήταν πολλά και η κίνηση αυτή απασχόλησε τις τοπικές βουλγαρικές αρχές. Τότε ό ίδιος ο βούλγαρος διοικητής, επισκέφτηκε το πάρκο με την πρόφαση ότι κάνει τη βόλτα του, αλλά στην πραγματικότητα ο σκοπός του ήταν να μάθει ποιοι και γιατί ήταν εκεί τα άγνωστα άτομα. Πλησίασε το Μιχάλη Ζαμπογιάννη και άρχισε τις ερωτήσεις, δήθεν από ενδιαφέρον. Στο τέλος, δεν παρέλειψε ο ίδιος να ζητήσει να φωτογραφηθούν για να έχει μια αναμνηστική φωτογραφία. Όσα άτομα υπήρχαν στο πάρκο, κλήθηκαν να φωτογραφηθούν. Έτσι δικαιολογείται και η παρουσία των άλλων προσώπων που δεν ήταν συγγενικά πρόσωπα. (ΠΡΌΣΘΕΤΗ ΣΗΜΕΙΩΣΗ: η γυναίκα που κάθεται στο παγκάκι (4η από αριστερά) είναι η Φωτεινή Χοταμανίδου. (Από το  αρχείο του Θεοδ. Μιχ. Ζαμπογιάννη).


ΤΟ ΘΕΜΑ ΘΑ ΕΜΠΛΟΥΤΙΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΤΗ ΒΟΗΘΕΙΑ ΣΑΣ ΜΕ ΣΧΕΤΙΚΟ ΥΛΙΚΟ

ΕΠΟΜΕΝΟ ΘΕΜΑ:

ΠΕΡΙ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ ΣΤΗ ΡΟΔΟΠΗ