Άνοιξη του 1204 μ.Χ. Απριλίου δεκατρείς

‘Κείνη τη μέρα είδα τη λάμψη σου να θρυμματίζεται, 
να γίνεται χίλια μύρια κομματούδια,
να σκορπιέται ‘δω και ‘κει.
Ήταν η μέρα που σε πάτησαν οι σταυροφορεμένοι «αδελφοί»,
οι Φράγκοι χριστιανοί. Γάλλοι και Ενετοί και Φλαμανδοί…
Νέα Ρώμη. Πόλη ζηλευτή, πόλη μου αγαπημένη.
Μοναδικό στολίδι καταμεσίς στην οικουμένη.
Άνοιξη του 1204 μ.Χ. Απριλίου δεκατρείς. 
Μέρα μαύρη απ’ τους καπνούς της καταστροφής.
Μέσα στης νύχτας την αγκαλιά,
απ’ το στρατόπεδο του Βονιφάτιου του Μονφερατικού άρχισε η φωτιά,
που σού ‘καψε τα σωθικά.
«Και υπήρχαν περισσότερα καμένα σπίτια απ’ όσα υπήρχαν 
στις τρεις πιο μεγάλες πόλεις του βασιλείου της Γαλλίας.
Και τα λάφυρα ήταν τόσα πολλά 
που κανείς δεν ήξερε να ‘πει πόσα.
Από τότε που χτίστηκε ο κόσμος
δεν πάρθηκαν τόσα λάφυρα από μία μόνο πόλη» . 
‘Κείνη τη μέρα έμαθα πως σε κοίταζαν επίμονα
εκείνοι που δεν σε είχαν δει ποτέ.
«Δεν μπορούσαν καθόλου να σκεφτούν» 
μήτε και να ονειρευτούν
«πως μπορεί να υπάρχει σε όλο τον κόσμο
μια τόσο πλούσια πόλη,
όταν είδαν αυτά τα ψηλά σου τείχη και τους πλούσιους πύργους
κι αυτά τα πλούσια παλάτια με τις ψηλές εκκλησίες,
που ήταν τόσες πολλές που κανείς δεν θα το πίστευε,
αν δεν το έβλεπε με τα μάτια του,
κι ακόμα, το μήκος της πόλης που κυβερνούσε τις υπόλοιπες» .
Άνοιξη του 1204 μ. Χ. Απριλίου δεκατρείς. 
Μέρα κόκκινη από το αίμα της σφαγής.
«Ξεχύθηκαν, ένας ωρυόμενος όχλος, στους δρόμους και τα σπίτια,
αρπάζοντας οτιδήποτε γυάλιζε
και καταστρέφοντας ό,τι δεν μπορούσαν να κουβαλήσουν,
σταματώντας μόνο για να σκοτώσουν και να βιάσουν
ή για να ανοίξουν τα κελάρια και να πιουν.
Δεν γλύτωσαν ούτε τα μοναστήρια, ούτε οι βιβλιοθήκες.
Στην ίδια την Αγιά Σοφιά έβλεπε κανείς μεθυσμένους στρατιώτες
να σχίζουν τις μεταξωτές κουρτίνες και να γκρεμίζουν
και να κομματιάζουν το μεγάλο ασημένιο εικονοστάσιο,
ενώ ποδοπατούσαν ασεβέστατα άγιες εικόνες και ιερά βιβλία.
Επί τρεις ημέρες εξακολούθησαν οι φρικιαστικές σκηνές
της λεηλασίας και της αιματοχυσίας,
ώσπου η τεράστια και ωραία πόλη έγινε ένα ερείπιο» .
«Κι έτσι, κάθε ένας είχε πόνο,
στα στενά θρήνος και κλάματα,
στα τρίστρατα οδυρμοί,
στους ναούς ολοφυρμοί,
φωνές των ανδρών, κραυγές των γυναικών,
απαγωγές, υποδουλώσεις, τραυματισμοί και βιασμοί σωμάτων και ψυχών…
Χριστέ μου, τί θλίψη και φόβος υπήρχαν τότε στους ανθρώπους…!» .
Πώς να ξεχάσω αυτή τη μέρα του Απρίλη;
Πώς να ξεχάσω αυτή τη δύσεχτη χρονιά,
όπου, μέσα σε ελάχιστες μέρες,
καταστράφηκες και λεηλατήθηκες χιλιόχρονη βασίλισσα των πόλεων,
κιβωτέ των καλλιτεχνικών θησαυρών, των γραμμάτων και των τεχνών;
Μέχρι και οι ίδιοι οι κατακτητές
είχαν μείνει περιδεείς μπροστά στο κατόρθωμά τους!
«Μήτε και οι Σαρακηνοί έκαναν έτσι,
σαν πάτησαν τα Ιεροσόλυμα.
Φέρθηκαν πολύ φιλάνθρωπα και ευγενικά.
Ούτε πείραξαν τις γυναίκες των Λατίνων,
ούτε τον κενό τάφο του Χριστού έκαναν ομαδικό τάφο.
Τους άφησαν όλους να φύγουν μ’ έναν ορισμένο αριθμό χρυσών νομισμάτων.
Έτσι φέρθηκε το γένος που μάχονταν τον Χριστό
προς τους αλλόπιστους Λατίνους,
ούτε με ξίφος, ούτε με φωτιά, ούτε με λιμό,
ούτε με διωγμούς, ούτε μ’ άλλα δεινά» . 
Ω, Νέα Ρώμη, πόλη ζηλευτή, πόλη μου αγαπημένη,
δεν ήρθαν να σε κατακτήσουν, τη ζωή να συνεχίσουν.
Ήρθαν να σε αφανίσουν, από τον χάρτη να σε σβήσουν.
Μέχρι και τις πόρτες σου ξηλώσανε Αγιά Σοφιά
και τις πήραν πέρα μακριά
και τον γέρο Ντάντολο τον αρχηγό τους,
τον δόγη της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας
και άρχοντα του ενός και ημίσεος τετάρτου της Ρωμανίας,
σαν πέθανε τον άλλο χρόνο,
τον θάψανε στον κόρφο σου απάνω, οι δυστυχείς,
για να σφραγίσουν μια για πάντα το έργο της καταστροφής.
Ομόθρησκοι, φιλόχριστοι, ευσεβείς.
Πήραν τον Σταυρό στους ώμους
κι ορκίστηκαν ότι θα περάσουν δίχως να σε πειράξουν. 
Άνοιξη του 1204 μ.Χ. Απριλίου δεκατρείς. 
Οκτακόσια χρόνια μετά
κοιτώ τ’ απομεινάρια της λάμψης σου ξανά,
αυτά τα τόσα λίγα.
Αστράφτουν ακόμα
στις πλατείες, στις εκκλησίες και στα παλάτια των αρπακτικών. 
Άνοιξη του 2004 μ.Χ. Απριλίου δεκατρείς. 
 

Ευϋπόληπτος κύριος 

Κουράστηκα να μετρώ νεκρούς.
Ακούω μόνο αριθμούς.
Κάθε μέρα, μήνες τώρα,
εδώ, στης Βαγδάτης την ενδοχώρα,
τα αυτιά μου ακούνε ψυχρούς αριθμούς.
Χθες πενήντα άμαχοι και δέκα φαντάροι.
Σήμερα τόσοι και τόσοι και εννιά παιδιά.
Οι αισθήσεις μου δεν δουλεύουν πια.
Πέτρινο και ανέκφραστο το πρόσωπό μου,
σαν εκείνο των προσφύγων.
Ολημερίς διαβαίνουν τον δρόμο για το πουθενά.
Πάνε και έρχονται στη χαλασμένη δημοσιά.
Αναζητούν λίγο νερό, λίγο ξερό ψωμί,
με συντροφιά τον ήλιο, το καυτό αέρι,
τον θάνατο, που από στιγμή σε στιγμή
αγριεύει ξάφνου και ψυχοκλαδεύει.
Γι’ αυτούς δεν άκουσα αριθμούς.
Ποτέ δεν γίνεται λόγος για ζωντανούς νεκρούς.
Τους βλέπω μόνο,
σκιές αργόσυρτες, βουβές, μελαγχολικές
και ακούω τα παιδιά
μεσ’ στου πολέμου την καταχνιά
να γελούν καμιά φορά.
Να γελούν ακόμα!
Αναρωτιέμαι τότε:
Πώς θα’ ναι εκείνη η μέρα
που δεν θα ακούω αριθμούς;
Πώς θα περάσει εκείνη η μέρα
δίχως πρόσφυγες, χωρίς νεκρούς;
Μπορεί και να μου κακοφανεί,
τώρα που συνήθισα στη σιωπή.
Τώρα που ‘μαθα
να μη χαμογελώ, να μην αντιμιλώ.
Τώρα που είμαι ένας σοβαρός και ευϋπόληπτος κύριος.
 

Πού ξεχαστήκαμε όλοι μας;

Κυριακή μεσημέρι, η τελευταία του Ιουλίου.
Τριάντα έξι βαθμοί Κελσίου
και στον δρόμο ψυχή.
Στο δωμάτιο μια μέλισσα κι εσύ,
ύστερα από ένα πλούσιο φαΐ,
με τις μουσικές του κόσμου να εναλλάσσονται στην τηλεόραση
και να μπορείς, να γίνεται, να παρακολουθείς
μοναχά την κίνησή της στο τζάμι, λέγοντας:
«Εάν προχωρήσει ένα χιλιοστό δεξιά,
θα γίνει αυτό. Το άλλο, αριστερά».
Να μπορείς, να γίνεται, να απολαμβάνεις
την παραλυτική ραθυμία του θέρους.
Εν ειρήνη! Εν ειρήνη δεδομένη
και ως εκ τούτου παντελώς υποτιμημένη.
Ως που ξαφνικά
εισβάλλει η φρίκη γύρω σου, μέσα σου, από το πουθενά,
καταδεικνύοντας για πολλοστή φορά
το εύθραυστο των πραγμάτων και των ισορροπιών.
Δεν υφίστανται δεδομένα.

Κυριακή, η τελευταία του Ιουλίου.
Τριάντα εφτά παιδιά νεκρά.
Πρωινός βομβαρδισμός στην Γκανά.

Τα πλάνα τα τηλεοπτικά; Παιδιά.
Δύο, πέντε, δέκα χρονώ. Παιδιά.
Βουτηγμένα στο αίμα, άψυχα, διαμελισμένα.
Ανθρώπινα συντρίμμια στις αγκαλιές των πατεράδων.
Και οι μανάδες!
Οι μανάδες με τις μαύρες τις μαντήλες,
σα φτερούγες άγριων πουλιών!
Και το ουρλιαχτό τους!
«Έχω τρία παιδιάαα…εκεί• μέσααα…».
Το ίδιο ουρλιαχτό που διαπερνά αιώνες βίας,
αδικίας, καταδυνάστευσης, βαρβαρότητας
και φτάνει ως τις μέρες μας,
εκείνο, που κουρελιάζει•
κι όσο υπάρχει θα κουρελιάζει
τον ανθρώπινό μας πολιτισμό.
Αυτό το ουρλιαχτό,
δεν έχει λέξεις περιγραφής.

Ποιός το άκουσε;
Ποιός το ακούει απ’ όλους αυτούς τους τρανούς;
Παίρνουν τις αποφάσεις πάνω στο γυαλί,
μέσα σε μια γυάλινη ζωή.

Εσύ το άκουσες;
Γιατί δεν το ακούς;
Μα, μήπως, δεν ακούς και τη βοή στον δρόμο!

Μεσημέρι και στον δρόμο ψυχή.
Σιωπή.

Πού είσαι;
Πού είμαι;
Πού ξεχαστήκαμε όλοι μας;

Ζήτω η νέα χιλιετία

Τώρα που φεύγει ο εικοστός αιώνας,
ας φτιάξω μερικά μιλιούνια πρόσφυγες.
Είναι ευκαιρία. Θα χτυπήσω την τρομοκρατία.
Ο αμαρτωλός αιώνας θα φορτωθεί κι αυτή την αμαρτία.
Κι έτσι θα ‘ρθει ο νέος.
Λαμπερός και ωραίος.
Καθαρός από αίματα κίτρινων, μαύρων και λευκών.
Το αίμα κόκκινο είναι ολονών.
Είναι ευκαιρία. Θα τονώσω και την οικονομία.
Και θα ‘μαι πάλι πλανητάρχης για την επόμενη τετραετία.
Ω, λα, λα. Τί χαρά! Τί χαρά!
Θα φτιάξω πρόσφυγες ξανά.
Θα ‘χουνε δουλειά και τα σωματεία τα φιλανθρωπικά.
Ζήτω η νέα χιλιετία.
 

Κλαίω για το αύριο

Επάνω στους τρελούς ανέμους της υποκρισίας
στήνουν, κάθε τόσο, τα θεμέλια της δημοκρατίας
τα ‘ματοβαμμένα χέρια των ηγετών.
Στο όνομα της ελευθερίας των λαών,
ισοπεδώνουν πόλεις και χωριά
με τα πιο τέλεια πολεμικά υλικά.
Δεν κλαίω για τα σφαγμένα πιόνια,
τ’ άλογα, τους πύργους και τα όνια,
μήτε για τους χιλιάδες αθώους νεκρούς.
Κλαίω για τους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες,
τους ζωντανούς νεκρούς…τους χαμένους πολιτισμούς,
για την παγερή αγκάλη του πόνου και της εκδίκησης,
που, κάθε τόσο, αρπάζει ολόκληρους λαούς.
Κλαίω για το αύριο, 
όταν το σήμερα σπέρνει το μίσος. 
 

Χωρίς πατρίδα κι από δυό χωριά

Τη μάνα μου τη λέγαν’ προσφυγιά.
Τον έρμο τον πατέρα μου ξενητειά.
Γεννήθηκα στην άκρη του πουθενά,
χωρίς πατρίδα και από δυό χωριά. 
Το ένα ανατολικά, χαμένο οριστικά.
Το άλλο δυτικά, λιωμένο μέσα στα βουνά.
Πού να πατήσω και πού να σταθώ;
Ποιό χώμα ν’ αγαπήσω και πού να κρατηθώ;
Αυτό που πρωτ’ αντίκρυσα, το ξένο κι εχθρικό
ή αυτό που ήταν δικό μου, το άγνωστο και μακρινό;
Από πού να κρατηθώ;
Πού να πατήσω και πού να σταθώ;
Πιάστηκα από τον ουρανό.
Κρατήθηκα από το σύννεφο.
Πάτησα στις ηλιαχτίδες
κι έζησα μόνος κι απόμακρος
στο σκληρό διάβα της προσφυγιάς και της ξενητειάς αντάμα
μ’ όλους τους ταπεινωμένους και τους καταφρονεμένους
αδέλφια και ξαδέλφια. 
Και τώρα που γέρασα στα ξένα
κι έρχεται η ώρα να πάρω τη μαύρη γης γυναίκα,
παρακαλώ σας, μη με παντρέψετε μαζί της,
μη με φυτέψετε στο χώμα.
Αφήστε με στην πιο ψηλή κορφή
να βλέπω δύση και Ανατολή.
 


Επιλέξτε Σελίδες:  [1]-[2]-[3]


Σελιδομετρητής επισκέψεων

Σελιδομετρητής

Web Hits

O ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ

 Λόγω του όγκου της ύλης, υπήρχαν προβλήματα διαχ/σης της μνήμης από το Η/Υ. Για το λόγο αυτό η σελίδα χωρίστηκε σε 2 μέρη. 
  Στο Β' μέρος υπάρχουν τα θέματα: (ΣΕΛΙΔΕΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ) - (ΑΣΧΟΛΙΕΣ) - (ΠΡΟΣΩΠΑ) - (ΕΝΤΥΠΑ).  
  Πατήστε εδώ για το Β' ΜΕΡΟΣ

Κάλεσμα για συνεργασία

Όσοι από εσάς, που διαβάζετε αυτές τις γραμμές και έχετε στη διάθεσή σας πληροφοριακό ή φωτογραφικό υλικό, μπορείτε να μου το στείλετε για να δημοσιευτεί με τα στοιχεία που εσείς επιθυμείτε...
Αυτό μπορεί να γίνει με τους εξής τρόπους:
Στο όνομα Γιώργος Κεραμυδάς.
Ταχυδρομικά: Δαβάκη 2 - 
Αλεξ/πολη. Τ.Κ. 68100
Τηλεφωνικά:
 2551020230 - 6976233934

Ηλεκτρονικά: 
geokeram@gmail.com

ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΕΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ

    Για την πιο εύκολη αναζήτηση  προσώπων που έζησαν στον τόπο μας με αλφαβητική σειρά.

Αγγελίδης Σταύρ. - Αδαμίδης Μ. - Αχμέτ Σιαμπάν - Βαλασιάδης Θ. - Βασιλειάδης Ηλίας - Βογδανίδης Ι. - Βραδέλης Κ. Γιαννόπουλος Η. - Γιουφτσιάδης Κ. - Γουναροπούλου Βεν. - Εξηντάρης Θεολόγος - Ευσταθόπουλος Νικ. - Ευσταθόπουλος Καλ. - Ζαμπογιάννης Θεοδ. - Καραλέξης Σ - Καραμουσαλίδης  Χρ. - Καφετζής Α. -  Καραβασίλης Βασ - Κεραμυδάς Γ -Κεχαγιάς Άγγελος - Κιασήφ Μεμέτ - Κιρκινέζης Ιωάν - Κουσίδης Νικ - Κυριαζίδης Βασ. Μπεκιαρίδης Γ. - Μπερμπέρ Μεμ - Λιπορδέζης Γ. - Μαλλίδης Δημ. - Μαυρίδης Χαρ. -  Μπακιρτζής Δημ. -  Μπακιρτζής Φωκίων - Μπεκίρ ΧουσεΐνΝάνος Αλέξιος - Ουρεϊλίδης Ι. - Ουστά Αλή Μουστ - Παγώνης Κ - Παπαδόπουλος - Μιχ. - Πάππος Δημήτριος - Πασχαλιδής Κων.  - Πέτρογλου Ι.  -  Πίνιος -  Ποάλας Κ. - Ποτουρίδης Γαβριήλ - Πρασίδης Αθ. Ρεφειάδης Παναγ - Ρούφος Αντ - Ρωμαΐδης Θωμάς - Σκαμνός Χρ - Σκοπιανός Δημ.Σταυρίδης Αλεξ.- Τζανίδης Στ. -  Τραμπίδης Πασχ. - Τσιάκος - Χαρισιάδης Παν. - Χασάν Αλή Γκ.- Χαφούζ Αλή Μεχ


ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΩΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΩΝ


ΔΗΜΑΡΧΟΙ ΣΑΠΩΝ

Καραθανάσης Δημήτριος - Τσιτσώνης Χρήστος


ΜΕΤΟΝΟΜΑΣΙΑ ΟΙΚΙΣΜΩΝ ΡΟΔΟΠΗΣ

============================

ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΙΚΙΣΜΟΥΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ

-ΑΕΤΟΚΟΡΥΦΗ/ΑΕΤΟΛΟΦΟΣ

-ΑΜΦΙΑ/ΑΡΑΤΟΣ/ΑΡΙΣΒΗ

-ΑΡΣΑΚΕΙΟ/ΑΣΚΗΤΕΣ

-ΔΙΩΝΗ/ΣΤΡΥΜΗ

-ΕΒΡΕΝΟΣ/ΙΑΣΙΟ

-ΚΑΣΣΙΤΕΡΕΣ/ΚΙΖΑΡΙ

-ΚΡΩΒΥΛΗ/ΛΟΦΑΡΙΟ

-ΛΥΚΕΙΟ/ΝΕΑ ΣΑΝΤΑ

-ΠΡΩΤΑΤΟ/ΧΑΜΗΛΟ

-ΣΑΠΕΣ